Kostas Karyotakis

By Kostas Karyotakis (died by suicide in 1928) - Photography by Kostas Karyotakis camera, Public Domain, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=49856565

Kostas Karyotakis [Κώστας Καρυωτάκης] (1896–1928) was born in Tripoli, Greece; his father’s profession as an engineer meant that his childhood was spent travelling all over the country. After a degree in law, he took up a position as a civil servant, though he hated the bureaucracy (something that comes out in a number of his poems), and was therefore frequently moved on, thus continuing the nomadic existence of his youth. Between 1919 and 1927 he published three collections of poetry. In June 1928, he was transferred to Preveza (the subject of one of his best-known poems); thirty-three days later he committed suicide.

Peter J. King

Peter J. King was born and brought up in Boston, Lincolnshire. Active on the London poetry scene in the 1970s as writer, performer, publisher, and editor, he returned to poetry in 2013 after a long absence, and has since been widely published in magazines and anthologies. He also translates poetry, mainly from modern Greek (with Andrea Christofidou) and German, writes short prose, and paints. His currently available collections are Adding Colours to the Chameleon (Wisdom’s Bottom Press) and All What Larkin (Albion Beatnik Press).

Visit Peter J. King at: https://wisdomsbottompress.wordpress.com

Andrea Christofidou

Andrea Christofidou was born in Nicosia, Cyprus, moving to England with her family while she was still at school. She is a philosopher at Worcester College, Oxford. Aside from poetry translations with Peter J. King, her publications are all in philosophy, including a very well-regarded book on Descartes, Self, Reason, and Freedom: a New Light on Descartes’ Metaphysics (2013, Routledge).


From the depths of the good times,
our loves greet us with bitterness.

You’re not in love, you never think about the past, you say.
Despite your swelling breast and welling eyes,
though you can’t weep the way you used to do,
for all your tears you’re not in love, you never think about the past.

Then suddenly you’ll see two eyes of azure blue
– so long ago, that night you worshipped them –
and it’s as though you hear some old disaster
stirring and awakening within you.

The memories that circle round the past
will stage a danse macabre;
just like before, your bitter tear
will blossom on your eyelid and then fall.

The eyes – pale suns – suspended there,
the light that thaws the snowy heart,
dead loves that start to stir,
old yearnings sparked again…

© Translation by Andrea Christofidou & Peter J. King

A rather different earlier version of this translation
appeared in Acumen, 2017.


Μεσ’ από το βάθος των καλών καιρών,
οι αγάπες μας πικρά μάς χαιρετάνε.

Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες.
κι αν φούσκωσαν τα στήθη κι αν δακρύζεις
που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα,
δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι, ας κλαις.

Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά
– πόσος καιρός! τα χάιδεψες μια νύχτα·
και σα ν’ ακούς εντός σου να σαλεύει
μια συφορά παλιά και να ξυπνά.

Θα στήσουνε μακάβριο το χορό
οι θύμησες στα περασμένα γύρω·
και θ’ ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε
και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.

Τα μάτια που κρεμούν – ήλιοι χλωμοί –
το φως στο χιόνι της καρδιά και λιώνει,
οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες
οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί…

An Almond Tree

And yet I could not understand
how a woman can die
who is loved.

An almond tree has sprung up in my garden —
it’s so tender that it barely breathes;
but every day and every sunrise withers it
and it will never give me pleasure with its blossom.

Alas for me, I love it so…
Every morning I go down and kneel beside it,
sprinkle it with water and my tears,
this almond tree that sprang up in my garden.

Ah, the falsehood of its little life will end;
its leaves that haven’t fallen yet will fall,
its tender branches will not harden up.
It will not give its blossom to me in the Spring.

Yet I, poor wretch, did love it so…

© Translation by Andrea Christofidou & Peter J. King


Κι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω
πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα
που αγαπιέται.

Εχει στον κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσει
κι είν’ έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει·
μα η κάθε μέρα, η κάθε αυγή τηνε μαραίνει
και τη χαρά του ανθού της δε θα μου δώσει.

Κι αλίμονό μου! εγώ της έχω αγάπη τόση…
Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω
και με νεράκι και με δάκρυα την ποτίζω
τη μυγδαλιά που ‘χει στον κήπο μου φυτρώσει.

Αχ, της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει·
όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλα
και τα κλαράκια της θε ν’ απομείνουν ξύλα.
Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου δώσει

Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχ’ αγάπη τόση…


But the breasts that are stirred by some deadly
passion will not be pacified.

The clouds look huge and silver
in the leaden skies;
as they’re struck by sunlight, struck by wind,
they slip behind the mountain.

And the sea’s a savage beast, its aspect
strangely particoloured —
dark blue in the distance,
pale green closer in, and even closer, grey.

The green waves, grey and dark blue
further out, brought from the expanses of the open sea
by the sovereign north wind, slap the rocks,
they slap the sandy beach.

Fear is the captain of the boats, the fishing smacks,
who holds them back in port;
my thoughts are always dragged, though, to the sky-blue latitudes
and bound with a golden dream.

Like a black-backed gull my spirit flies, it comes upon
the little spirit of the water
and is moved by wind and moved by wave,
a plaything of the weather.

And although I undergo your agony, go down to your depths,
and vanish in your foam,
later, in the calm’s return, I’ll take no pleasure,
sea, in all your sunlit joy.

© Translation by Andrea Christofidou & Peter J. King


Ομως τα στήθια που τα ταράζει κάποιο
θανάσιμο πάθος δεν θα γαληνέψουν

Τα σύννεφα γιγάντικα φαντάζουν κι ασημένια
στο μολυβένιον ουρανό
σαν τα χτυπά του ήλιου το φως· σαν τα χτυπά ο αγέρας
φεύγουνε πίσω απ’ το βουνό.

Κι είναι θεριό η θάλασσα. Το παρδαλό της χρώμα
δίνει της – μπλαβό εκεί μακριά,
πιο δώθε ανοιχτοπράσινο κι ακόμα δώθε γκρίζο –
κάποια παράξενη θωριά.

Τα κύματα τα πράσινα, τα γκρίζα και τα μπλάβα,
πέρα, απ’ του πέλαου τα φαρδιά,
τα φέρνει ρήγας ο βοριάς, μπατσίζουνε τα βράχια,
μπατσίζουνε την αμμουδιά.

Τις βάρκες, τις ψαρόβαρκες ο φόβος κυβερνήτης
μες στο λιμάνι τις κρατεί·
μα η σκέψη μου όλο σέρνεται στα γαλανά τα πλάτια
μ’ ένα χρυσόνειρο δετή.

Σα γλάρος μαυροφτέρουγος πετά η ψυχή μου, σμίγει
με την ψυχούλα του νερού
και τηνε πάει ο άνεμος και τηνε πάει το κύμα
κι είναι παιχνίδι του καιρού.

Κι ενώ πονώ τον πόνο σου και πάω προς το βυθό σου
και χάνομαι με τον αφρό,
ύστερα, στο γαλήνεμα, την ηλιακή χαρά σου,
θάλασσα, δε θαν τη χαρώ.


Laughter of the gods, Saronica* unfading, in whose flowing
is the blessing of our ship;
like your deep calm, we’ll listen to the tempest here
as deeply.

Under the hoar frost Athens trembles, damp dove
with her torpid body;
like a bride she takes delight in waiting for
the far off sun.

When the clouds disperse, the sky’s the mane of Pegasus,
fair fate of the Parthenon,
Zeus suspends an upturned glass to scatter
dreamlight in a flood.

I come to you again, a wayward child, bending
like a flower in the breeze,
O Attic earth and sky and sea, to you
I owe it all, the Song!

*The Saronic Gulf, which lies between Cape Sounion on
the Attic peninsula and Cape Skillaion on the Argolid
peninsula of the Peloponnese.

© Translation by Andrea Christofidou & Peter J. King


Γέλιο των θεών, Σαρωνικέ, πάντα μεγάλε, που δρομείς,
του πλοίου μας ευλογία,
όμοια γαλήνη σου βαθιά κι όμοια βαθιά θ’ ακούαμε μεις
εδώ την τρικυμία.

Κάτου απ’ την πάχνη αναρριγά, με του κορμιού της την ογρή
νωχέλεια, περιστέρα
η Αθήνα, κ’ ηδονεύεται και σαν νυμφίον ακαρτερεί
τον ήλιον από πέρα.

Είναι, που αιθρίασεν, ο ουρανός χήτη του Πήγασου, ξανθή
του Παρθενώνα μοίρα,
ποτήρι και ξανάστροφα το κρεμεί ο Δίας για να χυθεί
τ’ ονειροφώς πλημμύρα.

Άσωτο φτάνω εγώ παιδί πάλι σε σας, να λυγιστώ
στην αύρα σα λουλούδι,
χώμα, ουρανέ και θάλασσα της Αττικής, που σας χρωστώ
τα πάντα, το Τραγούδι!


Make your pain into a harp.
Be like a nightingale,
be like a flower.
When bitter years come,
make your pain into a harp
and tell it as a song.

Don’t bind your wound
except with branches of the rose.
I give you wanton myrrh
– for balm – and opium.
Don’t bind your wound,
your purple blood.

Say to the gods “Oh, let me die!”
but hold on to your glass.
Kick against the days when
they begin to give you joy.
Say to the gods “Oh, let me die!”
but say it with a laugh.

Make your pain into a harp.
Refresh your lips
at the lips of your wound.
One dawn, one evening,
make your pain into a harp
and laugh, and die.

© Translation by Andrea Christofidou & Peter J. King


Κάνε το πόνο σου άρπα.
Και γίνε σαν αηδόνι,
και γίνε σα λουλούδι.
Πικροί όταν έλθουν χρόνοι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και πε τονε τραγούδι.

Μη δέσεις την πληγή σου
παρά με ροδοκλώνια.
Λάγνα σου δίνω μύρα
-για μπάλσαμο- και αφιόνια.
Μη δέσεις την πληγή σου,
και το αίμα σου, πορφύρα.

Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
μα κράτα το ποτήρι.
Κλότσα τις μέρες σου όντας
θα σου ΄ναι πανηγύρι.
Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
μα λέγε το γελώντας.

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και δρόσισε τα χείλη
στα χείλη της πληγής σου.
΄Ενα πρωί, ένα δείλι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και γέλασε και σβήσου.

Published with the permission of Andrea Christofidou & Peter J. King